Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προενδείκνυμαι
προὐννέπω
προενοίκησις
προενσείω
προεντυγχάνω
προεξαγγέλλω
προεξαγκωνίζω
προεξάγω
προεξαιρέω
προεξαΐσσω
προεξαμαρτάνω
προεξανίσταμαι
προεξαπατάω
προεξαποστέλλω
προεξέδρα
προέξειμι
προεξελαύνω
προεξεπίσταμαι
προεξερευνάω
προεξερευνητής
προεξέρχομαι
View word page
προεξαμαρτάνω
προεξαμαρτάνω to do wrong before, Isocr.
ShortDef
to do wrong before
Debugging
Headword:
προεξαμαρτάνω
Headword (normalized):
προεξαμαρτάνω
Headword (normalized/stripped):
προεξαμαρτανω
Intro Text:
προεξαμαρτάνω to do wrong before, Isocr.
IDX:
27504
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27536
Key:
proecamarta/nw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "προεξαμαρτάνω\n to do wrong before, Isocr.", "key": "proecamarta/nw" }