Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προεκπέμπω
προεκπλέω
προεκπλήσσω
προέκπτωσις
προεκτίθημι
προεκτρέχω
προεκφοβέω
προεκφόβησις
προέλασις
προελαύνω
προελπίζω
προεμβαίνω
προεμβάλλω
προεμβιβάζω
προενάρχομαι
προενδείκνυμαι
προὐννέπω
προενοίκησις
προενσείω
προεντυγχάνω
προεξαγγέλλω
View word page
προελπίζω
προελπίζω fut. σω to hope for before, NTest.
ShortDef
to hope for before
Debugging
Headword:
προελπίζω
Headword (normalized):
προελπίζω
Headword (normalized/stripped):
προελπιζω
Intro Text:
προελπίζω fut. σω to hope for before, NTest.
IDX:
27489
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27521
Key:
proelpi/zw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "προελπίζω\n fut. σω\n to hope for before, NTest.", "key": "proelpi/zw" }