Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προεισπέμπω
προεισφέρω
προεισφορά
προεκδέχομαι
προέκθεσις
προεκθέω
προεκκομίζω
προεκλέγω
προεκπέμπω
προεκπλέω
προεκπλήσσω
προέκπτωσις
προεκτίθημι
προεκτρέχω
προεκφοβέω
προεκφόβησις
προέλασις
προελαύνω
προελπίζω
προεμβαίνω
προεμβάλλω
View word page
προεκπλήσσω
προεκπλήσσω fut. ξω to astound before, Plut., Luc.
ShortDef
to astound before
Debugging
Headword:
προεκπλήσσω
Headword (normalized):
προεκπλήσσω
Headword (normalized/stripped):
προεκπλησσω
Intro Text:
προεκπλήσσω fut. ξω to astound before, Plut., Luc.
IDX:
27481
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27513
Key:
proekplh/ssw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "προεκπλήσσω\n fut. ξω\n to astound before, Plut., Luc.", "key": "proekplh/ssw" }