προεισφορά
προεισφορά
from προεισφέρω
προεισφορά, ἡ,
money advanced to pay the εἰσφορά for others, Dem.
{ "content": "προεισφορά\n from προεισφέρω\n προεισφορά, ἡ,\n money advanced to pay the εἰσφορά for others, Dem.", "key": "proeisfora/" }