προεδρεύω
προεδρεύω
fut. σω
πρόεδρος
to act as president, Aeschin.; πρ. τῆς βουλῆς Dem.
{ "content": "προεδρεύω\n fut. σω\n πρόεδρος\n to act as president, Aeschin.; πρ. τῆς βουλῆς Dem.", "key": "proedreu/w" }