προδοσία
προδοσία
προδοσία, ἡ,
προδίδωμι
a giving up, betrayal, treason, Hdt., Eur., Dem.
{ "content": "προδοσία\n προδοσία, ἡ,\n προδίδωμι\n a giving up, betrayal, treason, Hdt., Eur., Dem.", "key": "prodosi/a" }