Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
προδιηγέομαι
προδιήγησις
πρόδικος
προδιοικέω
προδιομολογέομαι
προδιώκω
προδοκέω
προδοκή
πρόδομος
πρόδομος2
προδοξάζω
προδοσία
πρόδοσις
προδότης
προδοτικός
προδότις
πρόδοτος
πρόδουλος
προδρομή
πρόδρομος
προεγείρω
View word page
προδοξάζω
προδοξάζω fut. σω to judge beforehand, Plat., Arist.
ShortDef
to judge beforehand
Debugging
Headword:
προδοξάζω
Headword (normalized):
προδοξάζω
Headword (normalized/stripped):
προδοξαζω
IDX:
27447
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27479
Key:
prodoca/zw
Data
{'content': 'προδοξάζω\n fut. σω\n to judge beforehand, Plat., Arist.', 'key': 'prodoca/zw'}