προδιερευνητής
προδιερευνητής
προδιερευνητής, οῦ, ὁ,
one sent before to search, Xen.
{ "content": "προδιερευνητής\n προδιερευνητής, οῦ, ὁ,\n one sent before to search, Xen.", "key": "prodiereunhth/s" }