πρόδηλος
πρόδηλος
πρό-δηλος, ον,
clear or manifest beforehand, Eur., etc.:— πρόδηλον ἤδη ἦν, ὅτι . . , Xen.; so, πρόδηλα γάρ ἐστι, ὅτι μέλλουσι Hdt.:— ἐκ προδήλου from a place in sight, Soph.: adv. -λως, Soph.
{ "content": "πρόδηλος\n πρό-δηλος, ον,\n clear or manifest beforehand, Eur., etc.:— πρόδηλον ἤδη ἦν, ὅτι . . , Xen.; so, πρόδηλα γάρ ἐστι, ὅτι μέλλουσι Hdt.:— ἐκ προδήλου from a place in sight, Soph.: adv. -λως, Soph.", "key": "pro/dhlos" }