προγένειος
προγένειος
προ-γένειος, ον,
γένειον
with prominent chin, long-chinned, Theocr.
{ "content": "προγένειος\n προ-γένειος, ον,\n γένειον\n with prominent chin, long-chinned, Theocr.", "key": "proge/neios" }