προβλής
προβλής
προβλής, ῆτος, ὁ, ἡ,
προβάλλω
forestretching, jutting, Hom.: προβλῆτες, without Subst., forelands, headlands, Soph.
{ "content": "προβλής\n προβλής, ῆτος, ὁ, ἡ,\n προβάλλω\n forestretching, jutting, Hom.: προβλῆτες, without Subst., forelands, headlands, Soph.", "key": "problh/s" }