προβάτιον
προβάτιον
προβάτιον, ου, τό,
Dim. of πρόβατον
a little sheep, Lat. ovicula, Ar., Plat.; cf. πρόβατον.
{ "content": "προβάτιον\n προβάτιον, ου, τό,\n Dim. of πρόβατον\n a little sheep, Lat. ovicula, Ar., Plat.; cf. πρόβατον.", "key": "proba/tion" }