προβατευτικός
προβατευτικός
προβᾰτευτικός, ή, όν
of or for cattle:— ἡ -κή (sc. τέχνη) the art of breeding or keeping sheep, Lat. pecuaria, Xen.
from προβᾰτεύω
{ "content": "προβατευτικός\n προβᾰτευτικός, ή, όν\n of or for cattle:— ἡ -κή (sc. τέχνη) the art of breeding or keeping sheep, Lat. pecuaria, Xen.\n from προβᾰτεύω", "key": "probateutiko/s" }