προαλής
προαλής
προ-ᾰλής, ές
ἄλλομαι
springing forward, i. e. overhanging, abrupt, Il.
metaph. = προπετής:— comp. adv., προαλέστερον more eagerly, Strab.
{ "content": "προαλής\n προ-ᾰλής, ές\n ἄλλομαι\n springing forward, i. e. overhanging, abrupt, Il.\n metaph. = προπετής:— comp. adv., προαλέστερον more eagerly, Strab.", "key": "proalh/s" }