προαιρετικός
προαιρετικός
προαιρετικός, ή, όν
προαιρέομαι
inclined to prefer, deliberately choosing a thing, c. gen., Arist.
absol. purposing, intentional, Arist.
{ "content": "προαιρετικός\n προαιρετικός, ή, όν\n προαιρέομαι\n inclined to prefer, deliberately choosing a thing, c. gen., Arist.\n absol. purposing, intentional, Arist.", "key": "proairetiko/s" }