προαιρετέος
προαιρετέος
προαιρετέος, ον,
verb. adj. from προαιρέομαι
one must choose, prefer, Plat.
{ "content": "προαιρετέος\n προαιρετέος, ον,\n verb. adj. from προαιρέομαι\n one must choose, prefer, Plat.", "key": "proairete/os" }