προαγωγεία
προαγωγεία
προᾰγωγεία, ἡ,
the trade of a προαγωγός, pandering, Xen., Aeschin.
from προᾰγωγεύω
{ "content": "προαγωγεία\n προᾰγωγεία, ἡ,\n the trade of a προαγωγός, pandering, Xen., Aeschin.\n from προᾰγωγεύω", "key": "proagwgei/a" }