Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Πρίαπος
πρινίδιον
πρίνινος
πρῖνος
πρίν
πρινώδης
πριονώδης
πριστήρ
πριστός
πρίων
πρίων2
πρίω
προάγγελσις
προάγνυμι
προαγόρευσις
προαγορεύω
προάγω
προαγωγεία
προαγωγεύω
προαγωγή
προαγωγός
View word page
πρίων2
πρίων2 a comic Noun, formed from πρίω, imperat. of ἐπριάμην, with a pun upon πρίων, a saw, ὁ πρ. ἀπῆν that rasping word "buy" was unknown, Ar.
ShortDef
a saw
[comic coinage]
Debugging
Headword:
πρίων2
Headword (normalized):
πρίων
Headword (normalized/stripped):
πριων2
IDX:
27281
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27313
Key:
pri/wn1
Data
{'content': 'πρίων2\n a comic Noun, formed from πρίω, imperat. of ἐπριάμην, with a pun upon πρίων, a saw, ὁ πρ. ἀπῆν that rasping word "buy" was unknown, Ar.', 'key': 'pri/wn1'}