πριστήρ
πριστήρ
πριστήρ, ῆρος, ὁ,
πρίω
a saw: πριστῆρες ὀδόντες the incisors, Anth.
{ "content": "πριστήρ\n πριστήρ, ῆρος, ὁ,\n πρίω\n a saw: πριστῆρες ὀδόντες the incisors, Anth.", "key": "pristh/r" }