πρεσβυγενής
πρεσβυγενής
πρεσβῠ-γενής, ές
γίγνομαι
eldest-born, first-born, Il., Eur.
οἱ πρεσβυγενεῖς the senators, Plut.
{ "content": "πρεσβυγενής\n πρεσβῠ-γενής, ές\n γίγνομαι\n eldest-born, first-born, Il., Eur.\n οἱ πρεσβυγενεῖς the senators, Plut.", "key": "presbugenh/s" }