πραπίδες
πραπίδες
πρᾰπίδες, αἱ,
poet. word,
properly = φρένες, the midriff, diaphragm, Il.: then
like φρένες, the wits, understanding, mind, heart, Il.:—sg. πραπίς, ίδος, Pind., Eur.
{ "content": "πραπίδες\n πρᾰπίδες, αἱ,\n poet. word,\n properly = φρένες, the midriff, diaphragm, Il.: then\n like φρένες, the wits, understanding, mind, heart, Il.:—sg. πραπίς, ίδος, Pind., Eur.", "key": "prapi/des" }