πρακτός
πρακτός
πρακτός, ή, όν
verb. adj. of πράσσω
τὰ πρακτά things to be done, points of moral action, Arist.
{ "content": "πρακτός\n πρακτός, ή, όν\n verb. adj. of πράσσω\n τὰ πρακτά things to be done, points of moral action, Arist.", "key": "prakto/s" }