πραγματευτέος
πραγματευτέος
from πραγμᾰτεύομαι
πραγματευτέος, η, ον,
verb. adj.
to be laboured at, Arist.
{ "content": "πραγματευτέος\n from πραγμᾰτεύομαι\n πραγματευτέος, η, ον,\n verb. adj.\n to be laboured at, Arist.", "key": "pragmateute/os" }