ποτικός
ποτικός
ποτικός, ή, όν
πότος
fond of drinking, Plut.: adv., ποτικῶς ἔχειν to be given to drinking, Plut.
{ "content": "ποτικός\n ποτικός, ή, όν\n πότος\n fond of drinking, Plut.: adv., ποτικῶς ἔχειν to be given to drinking, Plut.", "key": "potiko/s" }