ποτάμιος
ποτάμιος
ποτάμιος, α, ον
ποτᾰμός
of or from a river, Aesch., Eur.; οἱ ἵπποι οἱ π., v. ἱπποπόταμος.
{ "content": "ποτάμιος\n ποτάμιος, α, ον\n ποτᾰμός\n of or from a river, Aesch., Eur.; οἱ ἵπποι οἱ π., v. ἱπποπόταμος.", "key": "pota/mios" }