πόρπαμα
πόρπαμα
πόρπᾱμα, ατος, τό,
πορπάω
a garment fastened with a πόρπη, in pl., Eur.
{ "content": "πόρπαμα\n πόρπᾱμα, ατος, τό,\n πορπάω\n a garment fastened with a πόρπη, in pl., Eur.", "key": "po/rpama" }