πορνικός
πορνικός
πορνικός, ή, όν
πόρνη
of or for harlots, π. τέλος the tax paid by brothel-keepers, Aeschin.
{ "content": "πορνικός\n πορνικός, ή, όν\n πόρνη\n of or for harlots, π. τέλος the tax paid by brothel-keepers, Aeschin.", "key": "porniko/s" }