Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πορθμεύω
πορθμίς
πορθμός
πορίζω
πόριμος
πορισμός
πόρις
ποριστής
ποριστικός
πόρκης
πορνεία
πορνεῖον
πορνεύω
πόρνη
πορνίδιον
πορνικός
πορνοβοσκέω
πορνοβοσκία
πορνοβοσκός
πορνοφίλης
πόρος
View word page
πορνεία
πορνεία πορνεία, ἡ, fornication, prostitution, Dem.
ShortDef
fornication, prostitution
Debugging
Headword:
πορνεία
Headword (normalized):
πορνεία
Headword (normalized/stripped):
πορνεια
Intro Text:
πορνεία πορνεία, ἡ, fornication, prostitution, Dem.
IDX:
27081
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27113
Key:
pornei/a
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "πορνεία\n πορνεία, ἡ,\n fornication, prostitution, Dem.", "key": "pornei/a" }