Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

πορθήτωρ
πορθμεῖον
πόρθμευμα
πορθμεύς
πορθμευτικός
πορθμεύω
πορθμίς
πορθμός
πορίζω
πόριμος
πορισμός
πόρις
ποριστής
ποριστικός
πόρκης
πορνεία
πορνεῖον
πορνεύω
πόρνη
πορνίδιον
πορνικός
View word page
πορισμός
πορισμός πορισμός, οῦ, ὁ, πορίζω a providing, procuring, Polyb.: — a means of getting, Plut.: means of gain, NTest.

ShortDef

a providing, procuring

Debugging

Headword:
πορισμός
Headword (normalized):
πορισμός
Headword (normalized/stripped):
πορισμος
IDX:
27076
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n27108
Key:
porismo/s

Data

{'content': 'πορισμός\n πορισμός, οῦ, ὁ,\n πορίζω\n a providing, procuring, Polyb.: — a means of getting, Plut.: means of gain, NTest.', 'key': 'porismo/s'}