πόρθμευμα
πόρθμευμα
πόρθμευμα, ατος, τό,
a passage, ferry, ὠκύπορον π. ἀχέων, of the river Acheron, Aesch.
{ "content": "πόρθμευμα\n πόρθμευμα, ατος, τό,\n a passage, ferry, ὠκύπορον π. ἀχέων, of the river Acheron, Aesch.", "key": "po/rqmeuma" }