Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἀνέλιξις
ἀνελίσσω
ἀνέλκω
ἄνελπις
ἀνέλπιστος
ἀνέμβατος
ἀνεμέσητος
ἀνέμητος
ἀνεμίζομαι
ἀνεμόδρομος
ἀναμολεῖν
ἀνεμοσκεπής
ἄνεμος
ἀνεμοσφάραγος
ἀνεμοτρεφής
ἀνεμόομαι
ἀνέμπληκτος
ἀνεμπόδιστος
ἀνεμώκης
ἀνεμώλιος
ἀνεμώνη
View word page
ἀναμολεῖν
ἀναμολεῖν to go through, c. acc., Eur.

ShortDef

go through

Debugging

Headword:
ἀναμολεῖν
Headword (normalized):
ἀναμολεῖν
Headword (normalized/stripped):
αναμολειν
IDX:
2708
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n2709
Key:
a)ne/molon

Data

{'content': 'ἀναμολεῖν\n to go through, c. acc., Eur.', 'key': 'a)ne/molon'}