Ποντικός
Ποντικός
Ποντικός, ή, όν
from Pontus, Pontic, Il. δένδρεον, prob., the bird-cherry, Hdt.
{ "content": "Ποντικός\n Ποντικός, ή, όν\n from Pontus, Pontic, Il. δένδρεον, prob., the bird-cherry, Hdt.", "key": "*pontiko/s" }