πονηρεύομαι
πονηρεύομαι
πονηρεύομαι,
Dep. to be evil, act wickedly, play the rogue, Arist.; οἱ πεπονηρευμένοι Dem.
{ "content": "πονηρεύομαι\n πονηρεύομαι,\n Dep. to be evil, act wickedly, play the rogue, Arist.; οἱ πεπονηρευμένοι Dem.", "key": "ponhreu/omai" }