πολυτεκνία
πολυτεκνία
πολῠτεκνία, ἡ,
abundance of children, Arist.
from πολύτεκνος
{ "content": "πολυτεκνία\n πολῠτεκνία, ἡ,\n abundance of children, Arist.\n from πολύτεκνος", "key": "polutekni/a" }