πολύσχιστος
πολύσχιστος
πολύ-σχιστος, ον,
σχίζω
many-branching, κέλευθα Soph., Arist., Strab.
{ "content": "πολύσχιστος\n πολύ-σχιστος, ον,\n σχίζω\n many-branching, κέλευθα Soph., Arist., Strab.", "key": "polu/sxistos" }