Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πολυπλάσιος
πολύπλεθρος
πολυπλοκία
πολύπλοκος
πολυπόδης
πολυποίκιλος
πολύπονος
πολύπος
πολυπόταμος
πολυπότης
πολυπότνια
πολύπους
πολύπους2
πολυπραγμονέω
πολυπραγμοσύνη
πολυπράγμων
πολυπρόβατος
πολυπρόσωπος
πολυπτόητος
πολύπτυχος
πολύπυργος
View word page
πολυπότνια
πολυπότνια πολῠ-πότνια, ἡ, strengthd. for πότνια, Hhymn.
ShortDef
strengthd. for πότνια; mistress, queen
Debugging
Headword:
πολυπότνια
Headword (normalized):
πολυπότνια
Headword (normalized/stripped):
πολυποτνια
IDX:
26886
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26918
Key:
polupo/tnia
Data
{'content': 'πολυπότνια\n πολῠ-πότνια, ἡ,\n strengthd. for πότνια, Hhymn.', 'key': 'polupo/tnia'}