Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πολύπλανος
πολυπλάσιος
πολύπλεθρος
πολυπλοκία
πολύπλοκος
πολυπόδης
πολυποίκιλος
πολύπονος
πολύπος
πολυπόταμος
πολυπότης
πολυπότνια
πολύπους
πολύπους2
πολυπραγμονέω
πολυπραγμοσύνη
πολυπράγμων
πολυπρόβατος
πολυπρόσωπος
πολυπτόητος
πολύπτυχος
View word page
πολυπότης
πολυπότης a hard drinker, Anth.
ShortDef
a hard drinker
Debugging
Headword:
πολυπότης
Headword (normalized):
πολυπότης
Headword (normalized/stripped):
πολυποτης
Intro Text:
πολυπότης a hard drinker, Anth.
IDX:
26885
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26917
Key:
polupo/ths
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "πολυπότης\n a hard drinker, Anth.", "key": "polupo/ths" }