πολυπλάνητος
πολυπλάνητος
πολυ-πλάνητος (ᾰ), ον,
= πολυπλανής
Hdt., Eur.; π. πόνοι the pains of wandering, Eur.
of blows, falling in every direction, Aesch.
{ "content": "πολυπλάνητος\n πολυ-πλάνητος (ᾰ), ον,\n = πολυπλανής\n Hdt., Eur.; π. πόνοι the pains of wandering, Eur.\n of blows, falling in every direction, Aesch.", "key": "polupla/nhtos" }