πολυπλανής
πολυπλανής
πολυ-πλᾰνής, ές
πλανάομαι
roaming far or long, Eur.; π. κισσός the straying ivy, Anth.
much-erring, or, act., leading much astray, Anth.
{ "content": "πολυπλανής\n πολυ-πλᾰνής, ές\n πλανάομαι\n roaming far or long, Eur.; π. κισσός the straying ivy, Anth.\n much-erring, or, act., leading much astray, Anth.", "key": "poluplanh/s" }