πολυπενθής
πολυπενθής
πολῠ-πενθής, ές
πένθος
much-mourning, exceeding mournful, Hom., Aesch.
{ "content": "πολυπενθής\n πολῠ-πενθής, ές\n πένθος\n much-mourning, exceeding mournful, Hom., Aesch.", "key": "polupenqh/s" }