Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
πολυζήλωτος
πολύζυγος
πολυηγόρος
πολυήκοος
πολυήμερος
πολυήρατος
πολυηχής
πολυήχητος
πολυθάητος
πολυθαρσής
πολυθεάμων
πολύθεος
πολύθερμος
πολύθηρος
πολυθρέμμων
πολυθρήνητος
πολύθρηνος
πολύθριξ
πολύθροος
πολυθρύλητος
πολύθυρος
View word page
πολυθεάμων
πολυθεάμων πολῠ-θεά_μων, ον, having seen much, c. gen., Plat.
ShortDef
having seen much
Debugging
Headword:
πολυθεάμων
Headword (normalized):
πολυθεάμων
Headword (normalized/stripped):
πολυθεαμων
IDX:
26750
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n26782
Key:
poluqea/mwn
Data
{'content': 'πολυθεάμων\n πολῠ-θεά_μων, ον,\n having seen much, c. gen., Plat.', 'key': 'poluqea/mwn'}