πολύγναμπτος
πολύγναμπτος
πολύ-γναμπτος, ον,
much-bent, much-twisting, Pind.: curling, frizzled, σέλινον Theocr.
{ "content": "πολύγναμπτος\n πολύ-γναμπτος, ον,\n much-bent, much-twisting, Pind.: curling, frizzled, σέλινον Theocr.", "key": "polu/gnamptos" }