πολυγηθής
πολυγηθής
πολυ-γηθής, Doric πολυ-γᾱθής, ές
γηθέω
much-cheering, delightful, gladsome, Il., Hes.
{ "content": "πολυγηθής\n πολυ-γηθής, Doric πολυ-γᾱθής, ές\n \n γηθέω\n much-cheering, delightful, gladsome, Il., Hes.", "key": "polughqh/s" }