πολυβότειρα
πολυβότειρα
βόσκω
much or all nourishing, Hom., Hes., in Epic form πουλυβότειρα.
{ "content": "πολυβότειρα\n βόσκω\n much or all nourishing, Hom., Hes., in Epic form πουλυβότειρα.", "key": "polubo/teira" }