πολυαρκής
πολυαρκής
πολυ-αρκής, ές
ἀρκέω
much-helpful, supplying many wants, Hdt.: —τὸ π. durability, Luc.
{ "content": "πολυαρκής\n πολυ-αρκής, ές\n ἀρκέω\n much-helpful, supplying many wants, Hdt.: —τὸ π. durability, Luc.", "key": "poluarkh/s" }