πολυανθρωπία
πολυανθρωπία
πολυανθρωπία, ἡ,
a large population, multitude of people, Xen.
from πολυάνθρωπος
{ "content": "πολυανθρωπία\n πολυανθρωπία, ἡ,\n a large population, multitude of people, Xen.\n from πολυάνθρωπος", "key": "poluanqrwpi/a" }