πόλισμα
πόλισμα
πόλισμα, ατος, τό,
πολίζω
a city, town, Hdt., Attic
the community, Soph.
{ "content": "πόλισμα\n πόλισμα, ατος, τό,\n πολίζω\n a city, town, Hdt., Attic\n the community, Soph.", "key": "po/lisma" }