πολιήτης
πολιήτης
πολιήτης, ου, ὁ,
Ionic for πολίτης
a citizen, Il., Hdt., Aesch.; a fellow-citizen, countryman, Hdt.
as adj., ψάμαθοι πολιήτιδος ἀκτᾶς sands on my countryʼs shore, Eur.
{ "content": "πολιήτης\n πολιήτης, ου, ὁ,\n Ionic for πολίτης\n a citizen, Il., Hdt., Aesch.; a fellow-citizen, countryman, Hdt.\n as adj., ψάμαθοι πολιήτιδος ἀκτᾶς sands on my countryʼs shore, Eur.", "key": "polih/ths" }