πολεμοποιέω
πολεμοποιέω
πολεμοποιέω,
fut. -ήσω
to stir up war, Xen.
from πολεμοποιός
{ "content": "πολεμοποιέω\n πολεμοποιέω,\n fut. -ήσω\n to stir up war, Xen.\n from πολεμοποιός", "key": "polemopoie/w" }