πολεμολαμαχαϊκός
πολεμολαμαχαϊκός
πολεμο-λᾱμ-ᾰχᾱϊκός, ή, όν
a compd. of πόλεμος, Λάμαχος, Ἀχαϊκός
a very Lamachus in war, Ar.
{ "content": "πολεμολαμαχαϊκός\n πολεμο-λᾱμ-ᾰχᾱϊκός, ή, όν\n a compd. of πόλεμος, Λάμαχος, Ἀχαϊκός \n a very Lamachus in war, Ar.", "key": "polemolamaxaiko/s" }